χαρακτηρολογία
•
- ψυχολογίακλάδος της ψυχολογίας που μελετά τα ατομικά γνωρίσματα των ανθρώπινων χαρακτήρων Βικιλεξικό
- παιδαγωγική χαρακτηρολογία
- η χαρακτηρολογία σ' ένα μυθιστόρημα
- με τη χαρακτηρολογία μελετάμε μια πινακοθήκη των ανθρώπινων τύπων
- Τρανταχτό ή ξεθυμασμένο, καγχαστικό ή παρεξηγημένο, περιφρονητικό ή εσωστρεφές, σπάνια ταυτίζεται με την ιλαρότητα
Ετυμολογία
χαρακτηρολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Charakterologie < αρχαία ελληνικά χαρακτηρ- + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρακτηρολογία | χαρακτηρολογίες |
| Γενική | χαρακτηρολογίας | χαρακτηρολογιών |
| Αιτιατική | χαρακτηρολογία | χαρακτηρολογίες |
| Κλητική | χαρακτηρολογία | χαρακτηρολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →