χαρακωτός
•
- που έχει χαρακωθεί, του έχουν κάνει χαρακώσεις ή του έχουν τραβήξει γραμμές με χάρακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρακωτός < χαρακώνω + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρακωτός | χαρακωτή | χαρακωτό |
| Γενική | χαρακωτού | χαρακωτής | χαρακωτού |
| Αιτιατική | χαρακωτό | χαρακωτή | χαρακωτό |
| Κλητική | χαρακωτέ | χαρακωτή | χαρακωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρακωτοί | χαρακωτές | χαρακωτά |
| Γενική | χαρακωτών | χαρακωτών | χαρακωτών |
| Αιτιατική | χαρακωτούς | χαρακωτές | χαρακωτά |
| Κλητική | χαρακωτοί | χαρακωτές | χαρακωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →