Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαραμής

/xa.ɾaˈmis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκόο ληστής, ο κλέφτης Βικιλεξικό
    • Ανοίξανε τα μάρμαρα και βγάλανε την κόρη. / — Δεν είδγια άγιο χαραμή, δεν είδγια άγιο ψεύτη, / να παραδίν’ τις χριστιανές σε Γενιτσάρη χέρια.

Ετυμολογία

χαραμής < (άμεσο δάνειο) τουρκική harami

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαραμήςχαραμήδες
Γενικήχαραμήχαραμήδων
Αιτιατικήχαραμήχαραμήδες
Κλητικήχαραμήχαραμήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →