χαραμής
•
- λαϊκόο ληστής, ο κλέφτης Βικιλεξικό
- Ανοίξανε τα μάρμαρα και βγάλανε την κόρη. / — Δεν είδγια άγιο χαραμή, δεν είδγια άγιο ψεύτη, / να παραδίν’ τις χριστιανές σε Γενιτσάρη χέρια.
Ετυμολογία
χαραμής < (άμεσο δάνειο) τουρκική harami
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαραμής | χαραμήδες |
| Γενική | χαραμή | χαραμήδων |
| Αιτιατική | χαραμή | χαραμήδες |
| Κλητική | χαραμή | χαραμήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →