χαραυγή
•
- χάραμα, ξημέρωμα, αυγή Βικιλεξικό
- μεταφορικάη πρώτη φανέρωση, η πρώτη εμφάνιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαραυγή < χάρ(αμα) + αυγή : (μεταφορική έννοια) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική dawn
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαραυγή | χαραυγές |
| Γενική | χαραυγής | χαραυγών |
| Αιτιατική | χαραυγή | χαραυγές |
| Κλητική | χαραυγή | χαραυγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →