χαρεκές
•
- διακριτικό σημάδιορθογραφικό φωνητικό σημείο του αραβικού και του αραβοπερσικού αλφαβήτου που υποδεικνύει τη προφορά του γράμματος, πάνω ή κάτω από το οποίο τοποθετείται Βικιλεξικό
- Πᾶν γράμμα συλλαβιζόμενον μὲ χαρεκὲ ὀνομάζεται κινητόν. Ἠρεμοῦν δὲ καλεῖται τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει χαρεκὲ,... (Αλέξανδρος Κωνσταντινίδης, Οθωμανική Γραμματική', Κωνσταντινούπολη, 1874)
Ετυμολογία
χαρεκές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حركه (ḥrkh) + -ές < αραβική حركة
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρεκές | χαρεκέδες |
| Γενική | χαρεκέ | χαρεκέδων |
| Αιτιατική | χαρεκέ | χαρεκέδες |
| Κλητική | χαρεκέ | χαρεκέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →