χαριεντίζομαι
•
- λόγιο, αόρ.: χαριεντίστηκα/χαριεντίσθηκα, μτχ.π.π.: χαριεντιζόμενος Βικιλεξικό
- συζητώ με κάποιον χαρούμενα, ανάλαφρα, παιχνιδιάρικα και κάνοντας αστειάκια Βικιλεξικό
- Όταν μπήκαν στο μπουντουάρ της οι τρεις άντρες, η Μαρίκα αγνόησε τη χαριτωμένη κοζερί και τα κομπλιμέντα των δύο συνοδών του, και κάρφωσε το βλέμμα της σ' εκείνον που δε μιλούσε πολύ , δε χαριεντιζόταν, μόνο την κοιτούσε σιωπηλός (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκη, 2020)
- κάνω συζήτηση όπως στο 1. αλλά επιπλέον με ερωτική διάθεση, υπαινικτικά σχόλια και σκοπό να προκαλέσω το ερωτικό ενδιαφέρον του συνομιλητή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαριεντίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαριεντίζομαι (κάνω αστεία)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαριεντίζομαι | χαριεντίζεσαι | χαριεντίζεται | χαριεντιζόμαστε | χαριεντίζεστε | χαριεντίζονται |
| Παρατατικός | χαριεντιζόμουν / χαριεντιζόμουνα | χαριεντιζόσουν / χαριεντιζόσουνα | χαριεντιζόταν / χαριεντιζότανε | χαριεντιζόμασταν / χαριεντιζόμαστε | χαριεντιζόσασταν / χαριεντιζόσαστε | χαριεντίζονταν / χαριεντιζόντουσαν |
| Αόριστος | χαριεντίστηκα | χαριεντίστηκες | χαριεντίστηκε | χαριεντιστήκαμε | χαριεντιστήκατε | χαριεντίστηκαν / χαριεντιστήκαν / χαριεντιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα χαριεντίζομαι / θα χαριεντιστώ | θα χαριεντίζεσαι / θα χαριεντιστείς | θα χαριεντίζεται / θα χαριεντιστεί | θα χαριεντιζόμαστε / θα χαριεντιστούμε | θα χαριεντίζεστε / θα χαριεντιστείτε | θα χαριεντίζονται / θα χαριεντιστούν / θα χαριεντιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω χαριεντιστεί | έχεις χαριεντιστεί | έχει χαριεντιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαριεντιστεί | είχες χαριεντιστεί | είχε χαριεντιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαριεντιστεί / να χαριεντίζομαι / να χαριεντιστώ | να έχεις χαριεντιστεί / να χαριεντίζεσαι / να χαριεντιστείς | να έχει χαριεντιστεί / να χαριεντίζεται / να χαριεντιστεί | να χαριεντιζόμαστε / να χαριεντιστούμε | να χαριεντίζεστε / να χαριεντιστείτε | να χαριεντίζονται / να χαριεντιστούν / να χαριεντιστούνε |
| Προστακτική | — | χαριεντίζου / χαριεντίσου | — | — | χαριεντίζεστε / χαριεντιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →