Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρισματικός

/xa.ɾi.zma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ένα μεγάλο χάρισμα ή και πολλά, που είναι προικισμένος με ιδιαίτερα ταλέντα Βικιλεξικό
    • Είναι έξυπνος, καλός, πράος, δουλευταράς: χαρισματικός άνθρωπος!
    • Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. για χαρακτηριστικόξεχωριστά ωραίος, καλός, εξαιρετικός Βικιλεξικό
    • έχει χαρισματική γραφή
  3. για δημόσια πρόσωπαπου εμπνέουν και έχουν τη λαϊκή αποδοχή Βικιλεξικό
    • χαρισματικός ηγέτης

Ετυμολογία

χαρισματικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική charismatic < ελληνιστική κοινή χάρισμα, χαρισματ- + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρισματικόςχαρισματικήχαρισματικό
Γενικήχαρισματικούχαρισματικήςχαρισματικού
Αιτιατικήχαρισματικόχαρισματικήχαρισματικό
Κλητικήχαρισματικέχαρισματικήχαρισματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρισματικοίχαρισματικέςχαρισματικά
Γενικήχαρισματικώνχαρισματικώνχαρισματικών
Αιτιατικήχαρισματικούςχαρισματικέςχαρισματικά
Κλητικήχαρισματικοίχαρισματικέςχαρισματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →