χαριστικός
•
- που σου δίνεται χωρίς να το αξίζεις, που σου χαρίζεται Βικιλεξικό
- Αυτή η αθώωση ήταν χαριστική. Έπεσε στα μαλακά ενώ έκλεψε πολλά λεφτά (για ήπια ποινή)
- Εδωσαν και δίνουν πολλά χαριστικά δάνεια σε επιχειρηματίες, ενώ στους φουκαράδες κάνουν κι έφοδο στο σπίτι για να τα πάρουν πίσω
- που σου δίνει το τελειωτικό χτύπημα ( από τη φράση χαριστική βολή) Βικιλεξικό
- Τραβούσαν ένα – ένα από το πόδι ή το χέρι και, αν ανάσαινε, του ‘διναν τη χαριστική. Ο Πανταζής που ήταν δίπλα μου με ρώτησε τι είναι αυτή. Του εξήγησα, ότι πρόκειται για χαριστική βολή. Τότε απελπίσθηκε. (Δ. Καλδίρης, "Το δράμα των Καλαβρύτων")
- Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο.(Γ.Ιωάννου, "13-12-43")
Ετυμολογία
χαριστικός < (ελληνιστική κοινή) (ευεργετικός) < χαρίζομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαριστικός | χαριστική | χαριστικό |
| Γενική | χαριστικού | χαριστικής | χαριστικού |
| Αιτιατική | χαριστικό | χαριστική | χαριστικό |
| Κλητική | χαριστικέ | χαριστική | χαριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαριστικοί | χαριστικές | χαριστικά |
| Γενική | χαριστικών | χαριστικών | χαριστικών |
| Αιτιατική | χαριστικούς | χαριστικές | χαριστικά |
| Κλητική | χαριστικοί | χαριστικές | χαριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →