Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σου δίνεται χωρίς να το αξίζεις, που σου χαρίζεται Βικιλεξικό
    • Αυτή η αθώωση ήταν χαριστική. Έπεσε στα μαλακά ενώ έκλεψε πολλά λεφτά (για ήπια ποινή)
    • Εδωσαν και δίνουν πολλά χαριστικά δάνεια σε επιχειρηματίες, ενώ στους φουκαράδες κάνουν κι έφοδο στο σπίτι για να τα πάρουν πίσω
  2. που σου δίνει το τελειωτικό χτύπημα ( από τη φράση χαριστική βολή) Βικιλεξικό
    • Τραβούσαν ένα – ένα από το πόδι ή το χέρι και, αν ανάσαινε, του ‘διναν τη χαριστική. Ο Πανταζής που ήταν δίπλα μου με ρώτησε τι είναι αυτή. Του εξήγησα, ότι πρόκειται για χαριστική βολή. Τότε απελπίσθηκε. (Δ. Καλδίρης, "Το δράμα των Καλαβρύτων")
    • Μονάχα όταν βρέθηκε το κρανίο, άκουσα τον αδελφό να λέει βραχνά: η χαριστική βολή. Ήταν μια μικρή τρύπα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο.(Γ.Ιωάννου, "13-12-43")

Ετυμολογία

χαριστικός < (ελληνιστική κοινή) (ευεργετικός) < χαρίζομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαριστικόςχαριστικήχαριστικό
Γενικήχαριστικούχαριστικήςχαριστικού
Αιτιατικήχαριστικόχαριστικήχαριστικό
Κλητικήχαριστικέχαριστικήχαριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαριστικοίχαριστικέςχαριστικά
Γενικήχαριστικώνχαριστικώνχαριστικών
Αιτιατικήχαριστικούςχαριστικέςχαριστικά
Κλητικήχαριστικοίχαριστικέςχαριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →