χαριτολογώ
•
- αστειεύομαι, λέω κάτι χάριν παιδιάς, ανάλαφρο, για να περάσει η ώρα Βικιλεξικό
- Παίξαμε τάβλι, ήπιαμε λίγη μπύρα, χαριτολογούσαμε, εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι το γλεντήσαμε, αλλά καλά περάσαμε
- λέω σαν δικαιολογία πως έκανα ένα αστείο, λέω στα αστεία κάτι που εννοώ στα σοβαρά για να πειράξω κάποιον (και μετά ή το μετανιώνω ή θέλω να δείξω ότι το μετάνιωσα, δηλώνω ότι δεν το εννοούσα) Βικιλεξικό
- Μην παρεξηγείσαι βρε γυναίκα, χαριτολογούσα προηγουμένως για τα διαζύγια
- έχω επιτηδευμένα ευχάριστο λόγο, κάνω χλιαρά αστεία, λέω εξυπνάδες με την καλή πρόθεση να διασκεδάσει η συντροφιά μου, Βικιλεξικό
- Καλά περάσαμε, αν και ο Κώστας χαριτολογούσε όλη την ώρα και κατάντησε κουραστικός
Ετυμολογία
χαριτολογώ < χαριτολόγος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →