χαριτωμενιά
•
- λαϊκότροπογαλιφιά, νάζι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαριτωμενιά < χαριτωμένος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαριτωμενιά | χαριτωμενιές |
| Γενική | χαριτωμενιάς | χαριτωμενιών |
| Αιτιατική | χαριτωμενιά | χαριτωμενιές |
| Κλητική | χαριτωμενιά | χαριτωμενιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →