Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαριτωμενιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροπογαλιφιά, νάζι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαριτωμενιά < χαριτωμένος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαριτωμενιάχαριτωμενιές
Γενικήχαριτωμενιάςχαριτωμενιών
Αιτιατικήχαριτωμενιάχαριτωμενιές
Κλητικήχαριτωμενιάχαριτωμενιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →