χαρλεάς
•
- αργκόπου έχει πάθος με τις Χάρλεϊ, τις αμερικανικές μοτοσικλέτες Harley-Davidson Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρλεάς < αγγλική Harley (< Harley-Davidson) χαρλε- + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρλεάς | χαρλεάδες |
| Γενική | χαρλεά | χαρλεάδων |
| Αιτιατική | χαρλεά | χαρλεάδες |
| Κλητική | χαρλεά | χαρλεάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →