χαρμάνα
•
- αργκόστέρηση που προέρχεται από έλλειψη ναρκωτικών Βικιλεξικό
- Τι να ζηλέψει μια ευχή απ’ την παραμυθία και τον χρησμό τον πλανερό απ’ την Πυθεία; Τι να ζηλέψει η γαλήνη απ’ τη χαρμάνα κι ο αυλός ο μαγικός απ’ τη ροκάνα; Καλά περνάω σου λέω και του λόγου μου μοιράζω ακόμα απ’ το απόθεμα του χρόνου μου πασχίζω να ονειρεύομαι, τραβολογιέμαι, καίγομαι νέτα σκέτα την σκαπούλαρα και χαίρομαι.
Ετυμολογία
χαρμάνα < χαρμάν(ι) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρμάνα | — |
| Γενική | χαρμάνας | — |
| Αιτιατική | χαρμάνα | — |
| Κλητική | χαρμάνα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →