Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρμολύπη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοσυνύπαρξη χαράς και λύπης Βικιλεξικό
    • Ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας και σήκωσε το κεφάλι προς το πράσινο ταβάνι. Γέμισε το μυαλό του με τις νέες πληροφορίες. Έκλεισε τα μάτια και όταν τα ξανάνοιξε, ένα χαμόγελο γεμάτο χαρμολύπη φώτισε το σκοτεινιασμένο του πρόσωπο. Δεν του ʼχε πάρει παρά μόνο λίγη ώρα για να καταλάβει.

Ετυμολογία

χαρμολύπη < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χαρμολύπη. Μορφολογικά αναλύεται σε χάρμ(α) + -ο- + λύπη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρμολύπηχαρμολύπες
Γενικήχαρμολύπηςχαρμολυπών
Αιτιατικήχαρμολύπηχαρμολύπες
Κλητικήχαρμολύπηχαρμολύπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →