χαροπάλεμα
•
- οι τελευταίες ώρες ή στιγμές ενός ανθρώπου, όταν πια η κατάταστασή του δεν είναι απλώς κρίσιμη, αλλά διαφαίνεται ότι παλεύει με το χάρο, το ψυχορράγημα, η επιθανάτια αγωνία Βικιλεξικό
- ο ιδιαίτερα σκληρός αγώνας για επιβίωση, τόσο που μοιάζει να μη μπορείς να νικήσεις, σαν να παλεύεις με ανώτερη δύναμη, με κάτι μοιραίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαροπάλεμα < χαροπαλεύω+ -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαροπάλεμα | χαροπαλέματα |
| Γενική | χαροπαλέματος | χαροπαλεμάτων |
| Αιτιατική | χαροπάλεμα | χαροπαλέματα |
| Κλητική | χαροπάλεμα | χαροπαλέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →