χαροποιός
•
- λόγιοπου προκαλεί χαρά, χαρμόσυνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαροποιός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαροποιός < χαροποιέω < χαρ(ά) + -ο- + -ποιός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαροποιός | χαροποιά / χαροποιός | χαροποιό |
| Γενική | χαροποιού | χαροποιάς / χαροποιού | χαροποιού |
| Αιτιατική | χαροποιό | χαροποιά / χαροποιό | χαροποιό |
| Κλητική | χαροποιέ | χαροποιά / χαροποιέ | χαροποιό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χαροποιοί | χαροποιές / χαροποιοί | χαροποιά |
| Γενική | χαροποιών | χαροποιών | χαροποιών |
| Αιτιατική | χαροποιούς | χαροποιές / χαροποιούς | χαροποιά |
| Κλητική | χαροποιοί | χαροποιές / χαροποιοί | χαροποιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →