χαρουπάλευρο
•
- γαστρονομίααλεύρι που παράγεται από χαρούπια Βικιλεξικό
- Το χαρουπάλευρο είναι ό,τι πρέπει για παιδικούς ουρανίσκους: έχει μεγάλη θρεπτική αξία και το πλεονέκτημα της σοκολατένιας γεύσης. (*)
Ετυμολογία
χαρουπάλευρο < χαρούπ(ι) + αλεύρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρουπάλευρο | χαρουπάλευρα |
| Γενική | χαρουπάλευρου | χαρουπάλευρων |
| Αιτιατική | χαρουπάλευρο | χαρουπάλευρα |
| Κλητική | χαρουπάλευρο | χαρουπάλευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →