Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτένιος

/xaɾˈte.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόχάρτινος Βικιλεξικό
    • Κι όταν ήρθεν η ώρα του χωρισμού, αιστάνθηκα πως θα με πνίγανε δάκρυα, μα ο χαρτένιος θησαυρός που έσφιγγα στο χέρι μ' εγκαρδίωνε. (Κωστής Παλαμάς Παθήματα δικαστικού [διήγημα])

Ετυμολογία

χαρτένιος < χαρτ(ί) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρτένιοςχαρτένιαχαρτένιο
Γενικήχαρτένιουχαρτένιαςχαρτένιου
Αιτιατικήχαρτένιοχαρτένιαχαρτένιο
Κλητικήχαρτένιεχαρτένιαχαρτένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρτένιοιχαρτένιεςχαρτένια
Γενικήχαρτένιωνχαρτένιωνχαρτένιων
Αιτιατικήχαρτένιουςχαρτένιεςχαρτένια
Κλητικήχαρτένιοιχαρτένιεςχαρτένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →