Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη χαρτογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρτογραφικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρτογραφικόςχαρτογραφικήχαρτογραφικό
Γενικήχαρτογραφικούχαρτογραφικήςχαρτογραφικού
Αιτιατικήχαρτογραφικόχαρτογραφικήχαρτογραφικό
Κλητικήχαρτογραφικέχαρτογραφικήχαρτογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρτογραφικοίχαρτογραφικέςχαρτογραφικά
Γενικήχαρτογραφικώνχαρτογραφικώνχαρτογραφικών
Αιτιατικήχαρτογραφικούςχαρτογραφικέςχαρτογραφικά
Κλητικήχαρτογραφικοίχαρτογραφικέςχαρτογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →