Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτοδεσία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τομέας δραστηριότητας με αντικείμενο το δέσιμο βιβλίων, την παραγωγή χαρτόδετων Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία με την οποία ένα έντυπο χαροδετείται, χαροδένεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρτοδεσία < χαρτοδετώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτοδεσίαχαρτοδεσίες
Γενικήχαρτοδεσίαςχαρτοδεσιών
Αιτιατικήχαρτοδεσίαχαρτοδεσίες
Κλητικήχαρτοδεσίαχαρτοδεσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →