χαρτοδεσία
•
- τομέας δραστηριότητας με αντικείμενο το δέσιμο βιβλίων, την παραγωγή χαρτόδετων Βικιλεξικό
- η διαδικασία με την οποία ένα έντυπο χαροδετείται, χαροδένεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοδεσία < χαρτοδετώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοδεσία | χαρτοδεσίες |
| Γενική | χαρτοδεσίας | χαρτοδεσιών |
| Αιτιατική | χαρτοδεσία | χαρτοδεσίες |
| Κλητική | χαρτοδεσία | χαρτοδεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →