χαρτοθέτης
•
- επάγγελμαο εργαζόμενος που τοποθετεί τα χαρτιά για το τύπωμα στην κατάλληλη θέση Βικιλεξικό
- ειδική θήκη για τα μεγάλων διαστάσεων χαρτιά που χρησιμοποιούν οι σχεδιαστές, οι αρχιτέκτονες και οι ζωγράφοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοθέτης < λόγια λέξη από το χάρτης και αρχαία ελληνική τίθημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοθέτης | χαρτοθέτες |
| Γενική | χαρτοθέτη | χαρτοθετών |
| Αιτιατική | χαρτοθέτη | χαρτοθέτες |
| Κλητική | χαρτοθέτη | χαρτοθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →