χαρτοκοπτική
•
- η δημιουργία σχεδίων από κομμάτια χρωματιστό χαρτί Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακή, ανακατεμένη διάτραξη αποσπασμάτων μέσα σε κείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοκοπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χαρτοκοπτικός < χαρτοκόπτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοκοπτική | — |
| Γενική | χαρτοκοπτικής | — |
| Αιτιατική | χαρτοκοπτική | — |
| Κλητική | χαρτοκοπτική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →