Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτοκόπτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αξεσουάρ γραφικής ύλης για να κόβονται (κυρίως παλιότερα) οι σελίδες των καινούργιων βιβλίων, όργανο σαν μαχαιράκι που όμως η κόψη του δεν είναι τόσο κοφτερή ώστε να τραυματίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρτοκόπτης < χαρτο- + κόπτης (< κόπτω) (μαρτυρείται από το 1898)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτοκόπτηςχαρτοκόπτες
Γενικήχαρτοκόπτηχαρτοκοπτών
Αιτιατικήχαρτοκόπτηχαρτοκόπτες
Κλητικήχαρτοκόπτηχαρτοκόπτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →