χαρτοπαίχτρια
•
- θηλυκό του χαρτοπαίχτης Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: χαρτοπαίκτρια, χαρτοπαίχτρα
Ετυμολογία
χαρτοπαίχτρια < χαρτοπαίχτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπαίχτρια | χαρτοπαίχτριες |
| Γενική | χαρτοπαίχτριας | χαρτοπαιχτριών |
| Αιτιατική | χαρτοπαίχτρια | χαρτοπαίχτριες |
| Κλητική | χαρτοπαίχτρια | χαρτοπαίχτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →