χαρτοπαιξία
•
- το παιχνίδι με τα χαρτιά της τράπουλας Βικιλεξικό
- η συχνή ενασχόληση με το παιχνίδι αυτό, το πάθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοπαιξία (μαρτυρείται από το 1836) < χαρτοπαίκ(της) + -σία (ξ < κ + σ), (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cardplaying
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπαιξία | χαρτοπαιξίες |
| Γενική | χαρτοπαιξίας | χαρτοπαιξιών |
| Αιτιατική | χαρτοπαιξία | χαρτοπαιξίες |
| Κλητική | χαρτοπαιξία | χαρτοπαιξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →