χαρτοπετσέτα
•
- πετσέτα από χαρτί, συνήθως μιας χρήσεως και διπλωμένη στα τέσσερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοπετσέτα < χαρτο- + πετσέτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπετσέτα | χαρτοπετσέτες |
| Γενική | χαρτοπετσέτας | χαρτοπετσετών |
| Αιτιατική | χαρτοπετσέτα | χαρτοπετσέτες |
| Κλητική | χαρτοπετσέτα | χαρτοπετσέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →