χαρτοπολτός
•
- πολτός από διάφορες φυτικές ύλες ο οποίος χρησιμοποιείται για την παρασκευή χαρτιού αλλά και ο πολτός που σχηματίζεται από ήδη χρησιμοποιημένο χαρτί στην ανακύκλωση για νέα επεξεργασία και διάθεση στην αγορά πάλι ως χαρτί Βικιλεξικό
- υλικό από πεπιεσμένο χαρτί που χρησιμοποιείται σε διάφορες χειροτεχνίες και μικροκατασκευές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοπολτός < χαρτί + -ο- + πολτός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπολτός | χαρτοπολτοί |
| Γενική | χαρτοπολτού | χαρτοπολτών |
| Αιτιατική | χαρτοπολτό | χαρτοπολτούς |
| Κλητική | χαρτοπολτέ | χαρτοπολτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →