Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτοπόντικας

/xaɾ.toˈpon.di.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο άνθρωπος που ζει χωμένος μέσα στα χαρτιά, μελετώντας και συγγράφοντας Βικιλεξικό
    • Θυμάσαι, όταν έφευγες, μ' έκραξες χαρτοπόντικα. Πεισμάτωσα λοιπόν κι εγώ, αποφάσισα να παρατήσω λίγο καιρό -ή για πάντα; -τα χαρτιά και να ριχτώ στην πράξη. Νοίκιασα ένα βουναλάκι με λιγνίτη, πήρα εργάτες, κασμάδες, φτυάρια, λάμπες ασετυλίνης, κοφίνια, καροτσάκια, άνοιξα γαλαρίες και χώνουμαι μέσα. Έτσι, για το πείσμα σου· κι από χαρτοπόντικας έγινα, σκάβοντας, κάνοντας λαγούμια στη γη, τυφλοπόντικας.

Ετυμολογία

χαρτοπόντικας < χαρτο- + πόντικας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτοπόντικαςχαρτοπόντικες
Γενικήχαρτοπόντικαχαρτοπόντικων
Αιτιατικήχαρτοπόντικαχαρτοπόντικες
Κλητικήχαρτοπόντικαχαρτοπόντικες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →