χαρτοπόντικας
•
- ο άνθρωπος που ζει χωμένος μέσα στα χαρτιά, μελετώντας και συγγράφοντας Βικιλεξικό
- Θυμάσαι, όταν έφευγες, μ' έκραξες χαρτοπόντικα. Πεισμάτωσα λοιπόν κι εγώ, αποφάσισα να παρατήσω λίγο καιρό -ή για πάντα; -τα χαρτιά και να ριχτώ στην πράξη. Νοίκιασα ένα βουναλάκι με λιγνίτη, πήρα εργάτες, κασμάδες, φτυάρια, λάμπες ασετυλίνης, κοφίνια, καροτσάκια, άνοιξα γαλαρίες και χώνουμαι μέσα. Έτσι, για το πείσμα σου· κι από χαρτοπόντικας έγινα, σκάβοντας, κάνοντας λαγούμια στη γη, τυφλοπόντικας.
Ετυμολογία
χαρτοπόντικας < χαρτο- + πόντικας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοπόντικας | χαρτοπόντικες |
| Γενική | χαρτοπόντικα | χαρτοπόντικων |
| Αιτιατική | χαρτοπόντικα | χαρτοπόντικες |
| Κλητική | χαρτοπόντικα | χαρτοπόντικες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →