χαρτοφύλακας
•
- θήκη για την αποθήκευση και μεταφορά εγγράφων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτοφύλακας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χαρτοφύλαξ από την αιτιατική τὸν χαρτοφύλακα (επόπτης αρχείων) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική portefeuille ή από την ιταλική portafoglio Μορφολογικά, χαρτο- + φύλακας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρτοφύλακας | χαρτοφύλακες |
| Γενική | χαρτοφύλακα | χαρτοφυλάκων |
| Αιτιατική | χαρτοφύλακα | χαρτοφύλακες |
| Κλητική | χαρτοφύλακα | χαρτοφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →