Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρτόδεση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το δέσιμο ενός βιβλίου με σχετικά φτηνό υλικό, με επεξεργασμένο χαρτόνι, σε αντιδιαστολή άλλοτε αλλά και σήμερα εν μέρει προς το δερματόδετο βιβλίο ή εκείνο που είχε ακριβότερη, πολυτελέστερη εμφάνιση καθώς και μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρτόδεση < (καθαρεύουσα) χαρτόδεσις < λέξη λόγια από το χαρτί και το δέσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαρτόδεσηχαρτοδέσεις
Γενικήχαρτόδεσηςχαρτοδέσεων
Αιτιατικήχαρτόδεσηχαρτοδέσεις
Κλητικήχαρτόδεσηχαρτοδέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →