χαρτώνω
•
- καλύπτω επιφάνεια με χαρτί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρτώνω < χαρτ(ί) + -ώνω. Η λέξη μαρτυρείται από το 1892.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαρτώνω | χαρτώνεις | χαρτώνει | χαρτώνουμε | χαρτώνετε | χαρτώνουν / χαρτώνουνε |
| Παρατατικός | χάρτωνα | χάρτωνες | χάρτωνε | χαρτώναμε | χαρτώνατε | χάρτωναν / χαρτώναν / χαρτώνανε |
| Αόριστος | χάρτωσα | χάρτωσες | χάρτωσε | χαρτώσαμε | χαρτώσατε | χάρτωσαν / χαρτώσαν / χαρτώσανε |
| Μέλλοντας | θα χαρτώνω / θα χαρτώσω | θα χαρτώνεις / θα χαρτώσεις | θα χαρτώνει / θα χαρτώσει | θα χαρτώνουμε / θα χαρτώσουμε | θα χαρτώνετε / θα χαρτώσετε | θα χαρτώνουν / θα χαρτώνουνε / θα χαρτώσουν / θα χαρτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαρτώσει | έχεις χαρτώσει | έχει χαρτώσει | έχουμε χαρτώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαρτώσει | είχες χαρτώσει | είχε χαρτώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαρτώσει / να χαρτώνω / να χαρτώσω | να έχεις χαρτώσει / να χαρτώνεις / να χαρτώσεις | να έχει χαρτώσει / να χαρτώνει / να χαρτώσει | να έχουμε χαρτώσει / να χαρτώνουμε / να χαρτώσουμε | να χαρτώνετε / να χαρτώσετε | να χαρτώνουν / να χαρτώνουνε / να χαρτώσουν / να χαρτώσουνε |
| Προστακτική | — | χάρτωνε / χάρτωσε | — | — | χαρτώνετε / χαρτώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χαρτώθηκαχαρτώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →