χαρχάλω
•
- οικείοονομασία ξεχαρβαλωμένου ή γενικότερα παλιού μηχανήματος Βικιλεξικό
- οικείοανήθικη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαρχάλω < πιθανόν χαρχαλεύω (αναδρομικός σχηματισμός) < (ηχομιμητική λέξη) χαρχαλ- + -ω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαρχάλω | χαρχάλες |
| Γενική | χαρχάλως | χαρχάλων |
| Αιτιατική | χαρχάλω | χαρχάλες |
| Κλητική | χαρχάλω | χαρχάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →