Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαρωπός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εύχαρις, γελαστός, γεμάτος χαρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χαρωπός < αρχαία ελληνική χαροπός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρωπόςχαρωπήχαρωπό
Γενικήχαρωπούχαρωπήςχαρωπού
Αιτιατικήχαρωπόχαρωπήχαρωπό
Κλητικήχαρωπέχαρωπήχαρωπό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχαρωποίχαρωπέςχαρωπά
Γενικήχαρωπώνχαρωπώνχαρωπών
Αιτιατικήχαρωπούςχαρωπέςχαρωπά
Κλητικήχαρωποίχαρωπέςχαρωπά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →