χασάπισσα
•
- επάγγελμαη κρεοπώλισσα, γυναίκα που διατηρεί χασάπικο (κρεοπωλείο) Βικιλεξικό
- η γυναίκα του χασάπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασάπισσα < χασάπης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασάπισσα | χασάπισσες |
| Γενική | χασάπισσας | χασαπισσών |
| Αιτιατική | χασάπισσα | χασάπισσες |
| Κλητική | χασάπισσα | χασάπισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →