χασίκλας
•
- μειωτικόαυτός που κάνει χρήση χασίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασίκλας < χασικλ(ής) + μεγεθυντικό -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασίκλας | χασίκλες |
| Γενική | χασίκλα | χασικλών |
| Αιτιατική | χασίκλα | χασίκλες |
| Κλητική | χασίκλα | χασίκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →