Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασαπιό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκόχασάπικο, κρεοπωλείο Βικιλεξικό
    • Δίπλα στο καπνοπωλείο είναι το χασαπιό που το κατάλαβε αμέσως γιατί είδες σαλάμια να κρέμονται και μια μηχανή π' αφού την ξέτασε για λίγο, κατάλαβε ότι ήταν μηχανή του Παναγιώτη του χασάπη τους. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Σινσινάτι) 3ο τριλογίας, ανάκτηση 3/8/2026 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%CE%9D%CE%91%CE%A3_%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3_%CE%9A%CE%9F%CE%A3%CE%9C%CE%9F/riaMhoDhyRQC?hl=en&gbpv=1&pg=PT2&printsec=frontcover)
    • σκώθ'κε πρωί-πρωί, πήγε στο χασαπιό, αγόρασε ένα ολόκληρο αρνί και το έφερε στο σπιτ' (Θρακικά, σύγγραμμα περιοδικόν εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Θρακικού Κέντρου και της Εταιρίας Θρακικών Μελετών, τόμος 8, Ο ιδιότροπος άντρας και η καπάτσα γεναίκα, 1993, σελ. 213)

Ετυμολογία

χασαπιό < χασάπης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχασαπιόχασαπιά
Γενικήχασαπιούχασαπιών
Αιτιατικήχασαπιόχασαπιά
Κλητικήχασαπιόχασαπιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →