Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασαποταβέρνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. είδος καταστήματος που περιλαμβάνει χασάπικο και ταβέρνα στον ίδιο χώρο, ή ταβέρνα που ο ιδιοκτήτης της διατηρούσε χασάπικο δίπλα ακριβώς, συνηθισμένο φαινόμενο σε μικρές κοινότητες παλιότερα Βικιλεξικό
  2. ταβέρνα που έχει σαν κύριο γεύμα ψητά κρέατα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χασαποταβέρνα < χασάπ(ης) + -ο- + ταβέρνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχασαποταβέρναχασαποταβέρνες
Γενικήχασαποταβέρναςχασαποταβερνών
Αιτιατικήχασαποταβέρναχασαποταβέρνες
Κλητικήχασαποταβέρναχασαποταβέρνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →