χασαποταβέρνα
•
- είδος καταστήματος που περιλαμβάνει χασάπικο και ταβέρνα στον ίδιο χώρο, ή ταβέρνα που ο ιδιοκτήτης της διατηρούσε χασάπικο δίπλα ακριβώς, συνηθισμένο φαινόμενο σε μικρές κοινότητες παλιότερα Βικιλεξικό
- ταβέρνα που έχει σαν κύριο γεύμα ψητά κρέατα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασαποταβέρνα < χασάπ(ης) + -ο- + ταβέρνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασαποταβέρνα | χασαποταβέρνες |
| Γενική | χασαποταβέρνας | χασαποταβερνών |
| Αιτιατική | χασαποταβέρνα | χασαποταβέρνες |
| Κλητική | χασαποταβέρνα | χασαποταβέρνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →