χασαπόπουλο
•
- παραγιός σε χασάπικο Βικιλεξικό
- Το χασάπικο, δίπλα, παρουσίαζε λιγότερη κίνηση […]. Τ' οργανάκι στεκόταν στα σταυροδρόμια και δούλευε. Τα δουλικά τότε γελούσαν και το χασαπόπουλο με τα κατσαρά [μαλλιά] κορδωνόταν (Άγγελος Τερζάκης, Δεσμώτες, β' έκδοση ξαναπλασμένη (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, χ.χ. [≈1972])
- ο γιος του χασάπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασαπόπουλο < χασάπ(ης) + -όπουλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασαπόπουλο | χασαπόπουλα |
| Γενική | χασαπόπουλου | χασαπόπουλων |
| Αιτιατική | χασαπόπουλο | χασαπόπουλα |
| Κλητική | χασαπόπουλο | χασαπόπουλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →