χασαπόσκυλο
•
- αδέσποτος σκύλος που τριγυρίζει για φαγητό στα κρεοπωλεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαραμοφάης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασαπόσκυλο < χασάπ(ης) + -ό- + σκυλ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασαπόσκυλο | χασαπόσκυλα |
| Γενική | χασαπόσκυλου | χασαπόσκυλων |
| Αιτιατική | χασαπόσκυλο | χασαπόσκυλα |
| Κλητική | χασαπόσκυλο | χασαπόσκυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →