χασαπόχαρτο
•
- ειδικό, σκληρό χαρτί (κατά κανόνα και με εσωτερική επένδυση λεπτής μεμβράνης), που χρησιμοποιείται για το τύλιγμα του κρέατος· (κυριολεκτικά) το χαρτί των χασάπηδων, των κρεοπωλών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασαπόχαρτο < χασάπ(ης) + -ό- + χαρτ(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασαπόχαρτο | χασαπόχαρτα |
| Γενική | χασαπόχαρτου | χασαπόχαρτων |
| Αιτιατική | χασαπόχαρτο | χασαπόχαρτα |
| Κλητική | χασαπόχαρτο | χασαπόχαρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →