Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασκογελάω

/xa.sko.ʝeˈla.o/ρήμα
•
  1. γελάω με το στόμα ανοιχτό Βικιλεξικό
    • σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός οπισθοχωρώντας αργά αργά προς την παρέα του, η οποία τόση ώρα παρακολουθούσε τη σκηνή χασκογελώντας, ακριβώς όπως κι εμείς. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  2. γελάω χωρίς λόγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χασκογελάω < χάσκ(ω) + -ο- + γελάω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχασκογελάω / χασκογελώχασκογελάςχασκογελά / χασκογελάειχασκογελάμε / χασκογελούμεχασκογελάτεχασκογελάν / χασκογελάνε / χασκογελούν / χασκογελούνε
Παρατατικόςχασκογέλαγα / χασκογελούσαχασκογέλαγες / χασκογελούσεςχασκογέλαγε / χασκογελούσεχασκογελάγαμε / χασκογελούσαμεχασκογελάγατε / χασκογελούσατεχασκογέλαγαν / χασκογελάγανε / χασκογελούσαν / χασκογελούσανε
Αόριστοςχασκογέλασαχασκογέλασεςχασκογέλασεχασκογελάσαμεχασκογελάσατεχασκογέλασαν / χασκογελάσαν
Μέλλονταςθα χασκογελάσω / θα χασκογελάω / θα χασκογελώθα χασκογελάς / θα χασκογελάσειςθα χασκογελά / θα χασκογελάει / θα χασκογελάσειθα χασκογελάμε / θα χασκογελάσουμε / θα χασκογελούμεθα χασκογελάσετε / θα χασκογελάτεθα χασκογελάν / θα χασκογελάνε / θα χασκογελούν / θα χασκογελούνε
Υποτακτικήνα χασκογελάσω / να χασκογελάω / να χασκογελώνα χασκογελάς / να χασκογελάσειςνα χασκογελά / να χασκογελάει / να χασκογελάσεινα χασκογελάμε / να χασκογελάσουμε / να χασκογελούμενα χασκογελάσετε / να χασκογελάτενα χασκογελάν / να χασκογελάνε / να χασκογελούν / να χασκογελούνε
Προστακτική—χασκογέλα / χασκογέλαγε / χασκογέλασε——χασκογελάτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

χασκογελάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →