χασκογελάω
•
- γελάω με το στόμα ανοιχτό Βικιλεξικό
- σταύρωσε τον νεαρό μπροστά από το καλογυμνασμένο στήθος του και τον έφτυσε πατόκορφα. «Φτού σου, αγόρι, φτου να μη σε βασκάνω». «Να 'στε καλά» είπε ο νεαρός οπισθοχωρώντας αργά αργά προς την παρέα του, η οποία τόση ώρα παρακολουθούσε τη σκηνή χασκογελώντας, ακριβώς όπως κι εμείς. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- γελάω χωρίς λόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασκογελάω < χάσκ(ω) + -ο- + γελάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χασκογελάω / χασκογελώ | χασκογελάς | χασκογελά / χασκογελάει | χασκογελάμε / χασκογελούμε | χασκογελάτε | χασκογελάν / χασκογελάνε / χασκογελούν / χασκογελούνε |
| Παρατατικός | χασκογέλαγα / χασκογελούσα | χασκογέλαγες / χασκογελούσες | χασκογέλαγε / χασκογελούσε | χασκογελάγαμε / χασκογελούσαμε | χασκογελάγατε / χασκογελούσατε | χασκογέλαγαν / χασκογελάγανε / χασκογελούσαν / χασκογελούσανε |
| Αόριστος | χασκογέλασα | χασκογέλασες | χασκογέλασε | χασκογελάσαμε | χασκογελάσατε | χασκογέλασαν / χασκογελάσαν |
| Μέλλοντας | θα χασκογελάσω / θα χασκογελάω / θα χασκογελώ | θα χασκογελάς / θα χασκογελάσεις | θα χασκογελά / θα χασκογελάει / θα χασκογελάσει | θα χασκογελάμε / θα χασκογελάσουμε / θα χασκογελούμε | θα χασκογελάσετε / θα χασκογελάτε | θα χασκογελάν / θα χασκογελάνε / θα χασκογελούν / θα χασκογελούνε |
| Υποτακτική | να χασκογελάσω / να χασκογελάω / να χασκογελώ | να χασκογελάς / να χασκογελάσεις | να χασκογελά / να χασκογελάει / να χασκογελάσει | να χασκογελάμε / να χασκογελάσουμε / να χασκογελούμε | να χασκογελάσετε / να χασκογελάτε | να χασκογελάν / να χασκογελάνε / να χασκογελούν / να χασκογελούνε |
| Προστακτική | — | χασκογέλα / χασκογέλαγε / χασκογέλασε | — | — | χασκογελάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χασκογελάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →