χασλαμάς
•
- σιροπιαστό γλυκό της Μακεδονίας και της Θράκης Βικιλεξικό
- τόπος για φύτευση των σπόρων του καπνού πριν την μεταφύτευση των νεαρών φυτών στο χωράφι Βικιλεξικό
- Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)
Ετυμολογία
χασλαμάς < τουρκική haşlama
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →