χασμουρητό
•
- πλατύ άνοιγμα του στόματος με εισπνοή που ακολουθείται από εκπνοή και χαρακτηριστικό ήχο, λόγω κούρασης ή νύστας ή ανίας και το οποίο επαναλαμβάνεται Βικιλεξικό
- Ωραία ταινία το "Σολάρις" αλλά να πω την αλήθεια, μ' έπιασε ένα χασμουρητό
Ετυμολογία
χασμουρητό < χασμουριέμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασμουρητό | χασμουρητά |
| Γενική | χασμουρητού | χασμουρητών |
| Αιτιατική | χασμουρητό | χασμουρητά |
| Κλητική | χασμουρητό | χασμουρητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →