χασμωδία
•
- γραμματικήη κακόηχη συνεκφώνηση δύο φωνηέντων ή διφθόγγων, είτε στο εσωτερικό μιας λέξης είτε σε δύο γειτονικές λέξεις. π.χ. το αηδόνι, πενταήμερος Βικιλεξικό
- το χάσμα, το κενό που δημιουργείται αν διακοπεί η εκτέλεση ενός μουσικού ή θεατρικού έργου Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ασυνεννοησία και η σύγχυση που επικρατεί σε μια συγκέντρωση οχλαγωγούντων ατόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασμωδία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χασμωδία < χασμώδης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασμωδία | χασμωδίες |
| Γενική | χασμωδίας | χασμωδιών |
| Αιτιατική | χασμωδία | χασμωδίες |
| Κλητική | χασμωδία | χασμωδίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →