Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασμωδία

/xa.zmoˈði.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήη κακόηχη συνεκφώνηση δύο φωνηέντων ή διφθόγγων, είτε στο εσωτερικό μιας λέξης είτε σε δύο γειτονικές λέξεις. π.χ. το αηδόνι, πενταήμερος Βικιλεξικό
  2. το χάσμα, το κενό που δημιουργείται αν διακοπεί η εκτέλεση ενός μουσικού ή θεατρικού έργου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ασυνεννοησία και η σύγχυση που επικρατεί σε μια συγκέντρωση οχλαγωγούντων ατόμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χασμωδία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χασμωδία < χασμώδης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχασμωδίαχασμωδίες
Γενικήχασμωδίαςχασμωδιών
Αιτιατικήχασμωδίαχασμωδίες
Κλητικήχασμωδίαχασμωδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →