χασογκόλης
•
- αθλητισμόςαθλητής (ποδοσφαιριστής κ.λπ.) που συστηματικά αποτυγχάνει να σκοράρει, να πετύχει γκολ Βικιλεξικό
- Από… χασογκόλης στον Άρη και παροπλισμένος στον Παναθηναϊκό μετατράπηκε σε ηγέτη του Ηρακλή και πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος (Εφημερίδα Μακεδονία https://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/corpora/makedonia/content.html?c=2&t=1,3433)
- Ο Ισπανός επιθετικός βγάζει επιτέλους από πάνω του την ρετσινιά του χασογκόλη και κινείται σε νέα ανανεωμένα νερά (Ο Μοράτα πλέον δεν είναι χασογκόλης αλλά ένας επιθετικός κλάσης, Athletic Square, 17/8/2022 https://web.archive.org/web/20230904211707/https://www.athletic-square.gr/analysis/%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BB%CE%AD%CE%BF%CE%BD-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BB/)
Ετυμολογία
χασογκόλης < χάνω + γκολ + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασογκόλης | χασογκόληδες |
| Γενική | χασογκόλη | χασογκόληδων |
| Αιτιατική | χασογκόλη | χασογκόληδες |
| Κλητική | χασογκόλη | χασογκόληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →