Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασομέρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν έχει δουλειά και περνάει τη μέρα του μη κάνοντας τίποτα, ο αργόσχολος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χασομέρης < χασομερώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχασομέρηςχασομέρηδες
Γενικήχασομέρηχασομέρηδων
Αιτιατικήχασομέρηχασομέρηδες
Κλητικήχασομέρηχασομέρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →