χασομέρης
•
- αυτός που δεν έχει δουλειά και περνάει τη μέρα του μη κάνοντας τίποτα, ο αργόσχολος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χασομέρης < χασομερώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χασομέρης | χασομέρηδες |
| Γενική | χασομέρη | χασομέρηδων |
| Αιτιατική | χασομέρη | χασομέρηδες |
| Κλητική | χασομέρη | χασομέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →