χασομερώ
•
- αμετάβατοσπαταλάω άσκοπα τον εργάσιμο χρόνο μου και χωρίς ουσιαστικό ή δημιουργικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- αμετάβατοδουλεύω πολύ αργόρυθμα λόγω οκνηρίας Βικιλεξικό
- αμετάβατοδεν τελειώνω κάτι ή δεν φθάνω κάπου έγκαιρα Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον να καθυστερήσει Βικιλεξικό
- Χασομέρησε λίγο το παιδί μέχρι να του ετοιμάσω το γάλα.
Ετυμολογία
χασομερώ < χασομέρ(ης) + -ώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χασομεράω / χασομερώ | χασομεράς | χασομερά / χασομεράει | χασομεράμε / χασομερούμε | χασομεράτε | χασομεράν / χασομεράνε / χασομερούν / χασομερούνε |
| Παρατατικός | χασομέραγα / χασομερούσα | χασομέραγες / χασομερούσες | χασομέραγε / χασομερούσε | χασομεράγαμε / χασομερούσαμε | χασομεράγατε / χασομερούσατε | χασομέραγαν / χασομεράγανε / χασομερούσαν / χασομερούσανε |
| Αόριστος | χασομέρησα | χασομέρησες | χασομέρησε | χασομερήσαμε | χασομερήσατε | χασομέρησαν / χασομερήσαν |
| Μέλλοντας | θα χασομεράω / θα χασομερήσω / θα χασομερώ | θα χασομεράς / θα χασομερήσεις | θα χασομερά / θα χασομεράει / θα χασομερήσει | θα χασομεράμε / θα χασομερήσουμε / θα χασομερούμε | θα χασομεράτε / θα χασομερήσετε | θα χασομεράν / θα χασομεράνε / θα χασομερούν / θα χασομερούνε |
| Υποτακτική | να χασομεράω / να χασομερήσω / να χασομερώ | να χασομεράς / να χασομερήσεις | να χασομερά / να χασομεράει / να χασομερήσει | να χασομεράμε / να χασομερήσουμε / να χασομερούμε | να χασομεράτε / να χασομερήσετε | να χασομεράν / να χασομεράνε / να χασομερούν / να χασομερούνε |
| Προστακτική | — | χασομέρα / χασομέραγε / χασομέρησε | — | — | χασομεράτε / χασομερήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →