Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χασομερώ

/xa.so.meˈɾo/ρήμα
•
  1. αμετάβατοσπαταλάω άσκοπα τον εργάσιμο χρόνο μου και χωρίς ουσιαστικό ή δημιουργικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοδουλεύω πολύ αργόρυθμα λόγω οκνηρίας Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοδεν τελειώνω κάτι ή δεν φθάνω κάπου έγκαιρα Βικιλεξικό
  4. μεταβατικόκάνω κάποιον να καθυστερήσει Βικιλεξικό
    • Χασομέρησε λίγο το παιδί μέχρι να του ετοιμάσω το γάλα.

Ετυμολογία

χασομερώ < χασομέρ(ης) + -ώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχασομεράω / χασομερώχασομεράςχασομερά / χασομεράειχασομεράμε / χασομερούμεχασομεράτεχασομεράν / χασομεράνε / χασομερούν / χασομερούνε
Παρατατικόςχασομέραγα / χασομερούσαχασομέραγες / χασομερούσεςχασομέραγε / χασομερούσεχασομεράγαμε / χασομερούσαμεχασομεράγατε / χασομερούσατεχασομέραγαν / χασομεράγανε / χασομερούσαν / χασομερούσανε
Αόριστοςχασομέρησαχασομέρησεςχασομέρησεχασομερήσαμεχασομερήσατεχασομέρησαν / χασομερήσαν
Μέλλονταςθα χασομεράω / θα χασομερήσω / θα χασομερώθα χασομεράς / θα χασομερήσειςθα χασομερά / θα χασομεράει / θα χασομερήσειθα χασομεράμε / θα χασομερήσουμε / θα χασομερούμεθα χασομεράτε / θα χασομερήσετεθα χασομεράν / θα χασομεράνε / θα χασομερούν / θα χασομερούνε
Υποτακτικήνα χασομεράω / να χασομερήσω / να χασομερώνα χασομεράς / να χασομερήσειςνα χασομερά / να χασομεράει / να χασομερήσεινα χασομεράμε / να χασομερήσουμε / να χασομερούμενα χασομεράτε / να χασομερήσετενα χασομεράν / να χασομεράνε / να χασομερούν / να χασομερούνε
Προστακτική—χασομέρα / χασομέραγε / χασομέρησε——χασομεράτε / χασομερήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →