χαστουκίζω
•
- χτυπώ με την εσωτερική πλευρά της παλάμης μου κάποιον στο μάγουλο Βικιλεξικό
- Ειδικά εκεί που τον χαστούκισες και του'ρθε ο ουρανός σφοντύλι, είχαμε σηκωθεί όλοι όρθιοι και σε χειροκροτούσαμε! (⌘ Χ.Α. Χωμενίδης, Νεαρό άσπρο ελάφι, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
χαστουκίζω < χαστούκι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χαστουκίζω | χαστουκίζεις | χαστουκίζει | χαστουκίζουμε | χαστουκίζετε | χαστουκίζουν / χαστουκίζουνε |
| Παρατατικός | χαστούκιζα | χαστούκιζες | χαστούκιζε | χαστουκίζαμε | χαστουκίζατε | χαστουκίζαν / χαστουκίζανε / χαστούκιζαν |
| Αόριστος | χαστούκισα | χαστούκισες | χαστούκισε | χαστουκίσαμε | χαστουκίσατε | χαστουκίσαν / χαστουκίσανε / χαστούκισαν |
| Μέλλοντας | θα χαστουκίζω / θα χαστουκίσω | θα χαστουκίζεις / θα χαστουκίσεις | θα χαστουκίζει / θα χαστουκίσει | θα χαστουκίζουμε / θα χαστουκίσουμε | θα χαστουκίζετε / θα χαστουκίσετε | θα χαστουκίζουν / θα χαστουκίζουνε / θα χαστουκίσουν / θα χαστουκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χαστουκίσει | έχεις χαστουκίσει | έχει χαστουκίσει | έχουμε χαστουκίσει | έχετε χαστουκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χαστουκίσει | είχες χαστουκίσει | είχε χαστουκίσει | είχαμε χαστουκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χαστουκίσει / να χαστουκίζω / να χαστουκίσω | να έχεις χαστουκίσει / να χαστουκίζεις / να χαστουκίσεις | να έχει χαστουκίσει / να χαστουκίζει / να χαστουκίσει | να έχουμε χαστουκίσει / να χαστουκίζουμε / να χαστουκίσουμε | να έχετε χαστουκίσει / να χαστουκίζετε / να χαστουκίσετε | να χαστουκίζουν / να χαστουκίζουνε / να χαστουκίσουν / να χαστουκίσουνε |
| Προστακτική | — | χαστούκιζε / χαστούκισε | — | — | χαστουκίζετε / χαστουκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →