χατζής
•
- προσωνύμιο μουσουλμάνων και χριστιανών: αυτός που έχει επισκεφτεί για προσκύνημα τους Αγίους Τόπους Βικιλεξικό
- Ταξιδεύανε πολλά καράβια μαζεμένα κι αρματωμένα καλά, επειδής οι χατζήδες είχανε μαζί τους πολύν θησαυρό, για τα τάματα που πηγαίνανε στον προφήτη τους. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])
- Σαν πέσανε οι κουρσάροι απάνου στην κουβέρτα μ' αλλαλαγμό κι αντάρα πολλή, οι χατζήδες κατεβήκανε στ' αμπάρι και σφαλιστήκανε. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])
- παλαιότερα, και ως πρόθημα χατζη- που εξελίχθηκε σε πρόθημα επωνύμων: Χατζη- π.χ. Χατζηγιάννης
Ετυμολογία
χατζής < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حاجي (τουρκική hacı) + -ς< αραβική حُجِّي (ḥajji) < حَجّ (ḥajj, το προσκύνημα που οφείλει να κάνει κάθε μουσουλμάνος στη Μέκκα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χατζής | χατζήδες |
| Γενική | χατζή | χατζήδων |
| Αιτιατική | χατζή | χατζήδες |
| Κλητική | χατζή | χατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →