χατιρικώς
•
- λόγιο επίρρημα για το χαριστικά, σαν χάρη, χατιρικά, με τρόπο που εκφράζει εύνοια, μεροληψία, για την εκχώρηση αντικειμένου, δικαιωμάτων που κάποιος ή όντως δεν έχει κερδίσει με το σπαθί του ή που οι άλλοι θεωρούν ότι δεν του αξίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χατιρικώς < χατιρικῶς λόγια λέξη της καθαρεύουσας για το χατιρικά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →