χαυλιόδοντας
•
- το ελαφρώς κυρτωμένο προς τα πάνω και προεξέχον δόντι του ελέφαντα ή του αγριόχοιρου (καθένα από τα δύο δόντια που έχει κάθε ζώο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χαυλιόδοντας < αρχαία ελληνική χαυλιόδους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαυλιόδοντας | χαυλιόδοντες |
| Γενική | χαυλιόδοντα | χαυλιοδόντων |
| Αιτιατική | χαυλιόδοντα | χαυλιόδοντες |
| Κλητική | χαυλιόδοντα | χαυλιόδοντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →